Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

ΣΧΕΣΕΙΣ: Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ ΩΣ ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ

 

ΣΧΕΣΕΙΣ: Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ ΩΣ ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ

Τι είναι τελικά μια σχέση; Πώς προσεγγίζει ο ένας άνθρωπος τον άλλον και τι είναι αυτό που καθορίζει την ποιότητα αυτής της συνάντησης; Είναι άραγε θέμα τεχνικής, τρόπου επικοινωνίας ή σχετίζεται με κάτι βαθύτερο, με μια εσωτερική στάση που διαμορφώνεται μέσα στον χρόνο και εκφράζεται κάθε φορά διαφορετικά;

Αν παρατηρήσουμε με ειλικρίνεια τις σχέσεις μας, αρχίζει να φαίνεται ότι πολύ συχνά δεν συναντάμε τον άλλον όπως πραγματικά είναι. Περισσότερο συναντάμε την αντανάκλαση πλευρών του εαυτού μας, επιθυμιών, φόβων και αναγκών που είτε δεν έχουμε αναγνωρίσει είτε δεν έχουμε αποδεχτεί πλήρως. Ο άλλος λειτουργεί σαν ένας ζωντανός καθρέφτης, μέσα από τον οποίο αναδύονται κομμάτια που ζητούν να ιδωθούν.

Μέσα σε αυτή τη δυναμική, η προσέγγιση του άλλου δεν είναι κάτι που μπορεί να διδαχθεί ως τεχνική. Περισσότερο μοιάζει με μια εσωτερική στάση που κάθε φορά παίρνει διαφορετική μορφή. Μπορεί να εκφράζει άνοιγμα και διαθεσιμότητα, μπορεί όμως να φέρει μαζί της φόβο, ανάγκη για επιβεβαίωση ή μια πιο λεπτή προσπάθεια ελέγχου. Και πολλές φορές όλα αυτά συνυπάρχουν, χωρίς να είναι άμεσα ορατά.

Έτσι, ενώ φαινομενικά πλησιάζουμε τον άλλον, στην ουσία πλησιάζουμε μέσα από τα φίλτρα των εμπειριών μας, των πεποιθήσεών μας και των εσωτερικών μας εγγραφών. Και τότε η συνάντηση δεν είναι άμεση. Δεν είναι μια επαφή που γίνεται από έναν καθαρό τόπο, αλλά περνά μέσα από επίπεδα που διαμορφώνουν την αντίληψή μας, επηρεάζοντας τον τρόπο που βλέπουμε και ανταποκρινόμαστε.

Σε αυτό το σημείο αρχίζουν να εμφανίζονται και οι πρώτες ρωγμές στη σχέση. Δεν εκδηλώνονται πάντα με έντονο τρόπο, αλλά συχνά γίνονται αντιληπτές μέσα από μικρές, σχεδόν ανεπαίσθητες κινήσεις της καθημερινότητας, μέσα από αλλαγές στον τόνο της φωνής, στον τρόπο που απευθυνόμαστε ο ένας στον άλλον ή ακόμη και μέσα από σιωπές που αποκτούν διαφορετικό βάρος.

Ο John Gottman περιγράφει αυτές τις δυναμικές μέσα από τους λεγόμενους «τέσσερις καβαλάρηδες» των σχέσεων, οι οποίοι αποτυπώνουν τέσσερις βασικούς τρόπους αποσύνδεσης: την κριτική, την περιφρόνηση, την άμυνα και την απόσυρση. Πέρα όμως από την ονομασία τους, αυτό που έχει σημασία είναι ότι κάθε ένας από αυτούς εκφράζει μια μετατόπιση από τη σύνδεση προς την απομάκρυνση.

Αυτές οι καταστάσεις δεν προκύπτουν χωρίς λόγο. Συνδέονται με βαθύτερα βιώματα και με τον τρόπο που έχουμε μάθει να σχετιζόμαστε από πολύ νωρίς. Με έναν τρόπο, ο τρόπος που αγαπάμε, που πλησιάζουμε και που απομακρυνόμαστε, φαίνεται να κουβαλά ίχνη από τις πρώτες μας εμπειρίες σύνδεσης.

Ένα από τα πιο ουσιαστικά ερωτήματα που ανακύπτουν είναι γιατί οι άνθρωποι παραμένουν σε σχέσεις που δεν τους εκφράζουν ή που τους περιορίζουν. Συχνά δεν πρόκειται για έλλειψη επίγνωσης, αλλά για την παρουσία φόβου. Φόβος εγκατάλειψης, φόβος μοναξιάς, φόβος απόρριψης, αλλά και φόβος αλλαγής. Μέσα σε αυτούς τους φόβους, ο άνθρωπος μπορεί να προσαρμοστεί σε μια κατάσταση που δεν τον εκφράζει, προκειμένου να διατηρήσει μια αίσθηση ασφάλειας.

Έτσι διαμορφώνεται μια εσωτερική συνθήκη, όπου παραμένει στη σχέση, αλλά απομακρύνεται από τον εαυτό του. Και αυτή η απομάκρυνση δεν είναι πάντα άμεσα αντιληπτή, αλλά σταδιακά επηρεάζει τη στάση, τις επιλογές και τον τρόπο ύπαρξης μέσα στη σχέση.

Σε αυτό το σημείο η έννοια των ορίων αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα όρια δεν είναι απλώς κανόνες συμπεριφοράς, αλλά εκφράζουν την εσωτερική θέση του ανθρώπου. Αφορούν το μέχρι πού μπορεί να δώσει, τι μπορεί να αντέξει και πού αρχίζει να χάνει την επαφή με τον εαυτό του.

Υπάρχουν όρια που μπορούν να επαναπροσδιοριστούν μέσα στη σχέση, αλλά υπάρχουν και όρια που συνδέονται με την αξιοπρέπεια και την ακεραιότητα. Η υποτίμηση, η συναισθηματική βία και η συστηματική ακύρωση της προσωπικής αλήθειας είναι καταστάσεις που δύσκολα μπορούν να αποτελέσουν έδαφος για μια ουσιαστική σύνδεση.

Παράλληλα, μια σχέση φαίνεται να στηρίζεται και σε μια δυναμική αμοιβαιότητας. Το δούναι και λαβείν δεν λειτουργεί ως μια ισοζυγισμένη ανταλλαγή, αλλά ως μια ζωντανή ροή ενέργειας. Όταν αυτή η ροή διαταράσσεται, δημιουργείται μια ανισορροπία που επηρεάζει τη συνοχή της σχέσης.

Η επικοινωνία, σε αυτό το πλαίσιο, δεν περιορίζεται μόνο στα λόγια. Σχετίζεται με την ικανότητα να εκφράζει κανείς την εσωτερική του αλήθεια και με τη δυνατότητα του άλλου να την δεχτεί χωρίς να την ακυρώσει ή να αμυνθεί. Πρόκειται για μια διαδικασία που απαιτεί επίγνωση και διάθεση για ουσιαστική συνάντηση.

Αν δούμε τη σχέση λίγο πιο εσωτερικά, μπορεί να αρχίσει να φαίνεται ότι δεν είναι εκεί για να καλύψει κενά ή να ολοκληρώσει τον άνθρωπο, αλλά για να τον φέρει σε μια διαδικασία αποκάλυψης, όπου σταδιακά αναδύονται όψεις του εαυτού που ζητούν αναγνώριση.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία, ο άνθρωπος καλείται να επιστρέψει στον εαυτό του, να αναλάβει την ευθύνη της στάσης του και να δει αν συνεχίζει να λειτουργεί μέσα από παλιά μοτίβα ή αν αρχίζει να μετακινείται προς έναν πιο συνειδητό τρόπο σύνδεσης.

Και μέσα σε αυτή τη μετατόπιση, αρχίζει να διαμορφώνεται μια διαφορετική στάση, όπου ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να απομακρυνθεί από τον εαυτό του για να σχετιστεί, αλλά μπορεί να παραμένει σε επαφή μαζί του, ενώ ταυτόχρονα ανοίγεται προς τον άλλον.

Σε ένα πιο βαθύ επίπεδο, η σχέση φαίνεται να εντάσσεται μέσα σε ένα ευρύτερο σύστημα στο οποίο ανήκουμε. Δεν σχετιζόμαστε μόνο ως άτομα, αλλά ως φορείς ιστοριών, δεσμών και δυναμικών που πολλές φορές μας υπερβαίνουν.

Όπως αναφέρει ο Bert Hellinger, η ισορροπία στις σχέσεις σχετίζεται με το δούναι και λαβείν. Όταν υπάρχει ροή, η σχέση υποστηρίζεται. Όταν αυτή η ροή διαταράσσεται, κάτι αρχίζει να βαραίνει και να ζητά αναγνώριση.

Έτσι, η αποδοχή του άλλου όπως είναι, μαζί με την επίγνωση της δικής μας θέσης μέσα στη σχέση, φαίνεται να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια πιο ουσιαστική συνάντηση, όπου ο άνθρωπος δεν χάνεται, αλλά αρχίζει να υπάρχει μέσα σε αυτήν.


Έλενα Αθανασογιαννοπούλου
Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας – Συντονίστρια Συστημικών Αναπαραστάσεων κατά Bert Hellinger
The Living Field Method by Elena Athan



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου